Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Πατησίων και Ηπείρου γωνία

απο την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Οι μετανάστες στο Μέγαρο Λιβιεράτου
Tου Δημητρη Ρηγοπουλου

Πόσο περίεργους κύκλους κάνει η ζωή των κτιρίων. Από χθες, η εντυπωσιακή αθηναϊκή κατοικία των αρχών του περασμένου αιώνα στη συμβολή των οδών Πατησίων και Ηπείρου βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Ολη η Αθήνα ανακαλύπτει ένα κτίριο που ήταν μέσα στα πόδια της και σχεδόν το αγνοούσε. Πάνω στην οδό Πατησίων, πολύ κοντά στο Αρχαιολογικό Μουσείο, το Μέγαρο Λιβιεράτου μετράει έναν ολόκληρο αιώνα ζωής. Οικοδομήθηκε στα 1908 - 1909, για λογαριασμό του Κεφαλονίτη βιομήχανου Γεράσιμου Λιβιεράτου, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Αλέξανδρου Νικολούδη, απoφοίτου της γαλλικής Ecole des Beaux-Arts. Υπάρχουν αυστηρά αρχιτεκτονικά και ιστορικά κριτήρια που καθιστούν την περίπτωση του Μεγάρου Λιβιεράτου ξεχωριστή. Δεν πρέπει να έχουμε άλλες κατοικίες του σπουδαίου Νικολούδη στο κέντρο της Αθήνας που να έχουν σωθεί από τα χρόνια της αντιπαροχής. Ούτε μας περισσεύουν τα κτίρια σε ύφος γαλλικού νεομπαρόκ. Πρόκειται για μία από τις πρώτες ρήξεις με τον κλασικισμό στην Αθήνα, την εποχή που η πρωτεύουσα εμπλούτιζε την αρχιτεκτονική της παλέτα.
Αλλά ακόμα κι αν δεν σε ενδιαφέρει καθόλου η ιστορία της αρχιτεκτονικής, το Μέγαρο Λιβιεράτου, βουτηγμένο στη σιωπή εδώ και πολλά χρόνια, καταξιώνεται κάθε μέρα σαν μια περιθωριοποιημένη νησίδα καλού γούστου και αστικής αρχοντιάς. Ανακαινίστηκε λίγο πριν από το Μιλένιουμ κι έμεινε για χρόνια απούλητο πριν καταλήξει στα χέρια του σημερινού του ιδιοκτήτη. Με έκπληξη διάβασα ότι κατά καιρούς φιλοξενεί εκδηλώσεις και πρόσφατα μια εικαστική έκθεση γιατί, όποτε περνούσα, μάταια αναζητούσα ίχνη ζωής.
Η μεταφορά των μεταναστών σε ένα ξεχασμένο στολίδι της Αθήνας του 1910 αποκτά ένα σχεδόν μυθιστορηματικό συμβολισμό. Εξορισμένο από τη ζωή μας, το Μέγαρο Λιβιεράτου κατακτά λίγα ψίχουλα δημοσιότητας επειδή μπαίνει από σπόντα στο κάδρο κρίσης της πρωτεύουσας. Αναρωτιέται κανείς: τι απέγινε η μικροσκοπική αλλά δυναμική αστική τάξη των Αθηνών που «γέννησε» το λαμπρό αυτό κτίριο; Πού είναι σήμερα; Και γιατί δεν ακούμε τη φωνή της; Πόσα άλλαξαν και πόσα χάσαμε στον δρόμο, για να ανακαλύψουμε ξαφνικά ότι βολοδέρνουμε μόνοι καταμεσής ενός ωκεανού ασχήμιας και μίσους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: